Δευτέρα 14 Μαρτίου 2011


«Στην εφηβεία είχα πολλά υπαρξιακά»

Η ζωή της Μανωλίδου πριν από τα media

http://img.protothema.gr/9EF0330B83DC7885B92476C2D69DD79A.jpg
«Μικρή θυμάμαι είχα πολλή ενέργεια - δύσκολα καθόμουν σε ησυχία. Προκειμένου, λοιπόν, οι γονείς μου να βρουν τη δική τους, αποφάσισαν να μου πάρουν ένα πιάνο να ασχολούμαι. Το πιάνο τοποθετήθηκε στο σαλόνι του σπιτιού μας στο Νέο Ψυχικό - ήμουν, δεν ήμουν 5 ετών. Κόλλησα με το πιάνο όμως, γιατί, όπως αποδείχτηκε, διέθετα το απόλυτο μουσικό αφτί. Είχα την ικανότητα οτιδήποτε άκουγα να το μεταφέρω σε νότες. Οταν ήμουν 14 ετών χάσαμε τον πατέρα μου. Στενοχωρήθηκα πολύ, αλλά το μέγεθος της απώλειάς του το συνειδητοποίησα δύο χρόνια μετά. Τότε ξεκίνησα να γράφω τραγούδια.



Η σύνθεση ήταν ένας τρόπος να απαλύνω αυτή την απουσία. Από τα 16 έως τα 19 έγραφα διαρκώς στίχους. Εγραφα σε τετράδια, σε καθρέφτες, στα χέρια, μέχρι και σε χαρτί τουαλέτας έχω γράψει στίχους με το μολύβι των ματιών -ένα βράδυ που σηκώθηκα πολύ αργά-, για να μη μου φύγει ο στίχος. Είχα βαρεθεί πια να παίζω Μπαχ… Τα κομμάτια εκείνα τα ηχογραφούσα σε κασέτες. Εβαζα το κασετόφωνο πάνω στο πιάνο και τραγουδούσα για όνειρα, έρωτες, γνωριμίες και ευσεβείς πόθους. Η φωνή μου δεν είναι φάλτσα, αλλά ωραία φωνή δεν είχα ποτέ. Θυμάμαι όμως τη μανία μου εκείνα τα χρόνια να καταγράψω την έμπνευσή μου. Ηταν πάρα πολύ σημαντικό για μένα. Ηταν τόσο πολύ έντονες οι καταστάσεις που βίωνα, οι ψυχικές διακυμάνσεις κατά την εφηβεία μου, οι προβληματισμοί μου. Είχα πολλά υπαρξιακά, ήταν μια φάση που έπρεπε να καταλήξω, να βρω μια κατεύθυνση.

Την οποία τελικά μου υπόδειξε η μητέρα μου. Με παρότρυνε να κάνω κάτι σχετικό με τις δημόσιες σχέσεις αξιοποιώντας τις πολλές ξένες γλώσσες που γνώριζα. Μα εγώ έγραφα τραγούδια, τι δουλειά είχα με τις δημόσιες σχέσεις; Μου άρεσε να καταπιάνομαι με οτιδήποτε καλλιτεχνικό. Από το Δημοτικό κιόλας έπαιρνα τους συμμαθητές μου με το ζόρι στο διάλειμμα και τους έβαζα να απαγγέλλουν. Η λογική της μητέρας μου ήταν απλή: ‘‘Πρέπει να βρεις μια δουλειά για να μπορείς να ζήσεις, γιατί με τη μουσική δεν θα μπορείς’’. Ετσι, το 1992, γράφομαι στο Κολέγιο του Deree, προκειμένου να σπουδάσω Management & Organization Behavior. Σκέτη δυστυχία. Θυμάμαι ακόμα τα έντυπα της Στατιστικής και της Μακροοικονομίας, που μας δίνανε, στα οποία εγώ από πίσω ‘‘τράβαγα’’ πεντάγραμμα, κλειδί του σολ και νότες. Απειρες νότες. Δεν ήθελα να έχω σχέση με λεφτά και αριθμούς. Ποτέ δεν με ενδιέφερε, άλλωστε, να βγάλω λεφτά. Ούτε να παντρευτώ ανθρώπους που έχουν λεφτά. Ηθελα μόνο να ζω αξιοπρεπώς. Τελικά, τα έφερε έτσι η ζωή, που το Deree δεν το τελείωσα. Γιατί; Γιατί απλά παντρεύτηκα!». 



Η γνωριμία της με τον ζωγράφο Θοδωρή Μανωλίδη

«Εγώ στα 21 προερχόμουν από μια κακή σχέση. Πολλή ζήλεια, πολλή ένταση. Ενα μεσημέρι συνοδεύω τη μητέρα μου σε ένα γεύμα με φίλους. Στην παρέα της υπήρχε ένας άντρας, ο οποίος άρχισε να μου μιλάει για ζωγραφική, ποίηση, λογοτεχνία και οποίος μάλιστα ενθουσιάστηκε όταν του είπα πως γράφω μουσική στον ελεύθερό μου χρόνο. Εκεί ουσιαστικά έγινε το κλικ. Τώρα πώς από το κλικ έφτασα να τον παντρευτώ και να κάνω δύο παιδιά μέσα σε λίγους μήνες αυτό δεν μπορώ να το απαντήσω. Το ξέρω, ήμουν πολύ μικρή. Εκεί όμως άγγιξα και τα άκρα για πρώτη φορά στη ζωή μου. Το ήρεμο παιδάκι που άκουγε τη μαμά του γνωρίζει έναν άνθρωπο με τον οποίο είχε αρκετά μεγάλη διαφορά ηλικίας και όχι μόνο αλλάζει ζωή, αλλάζει μέχρι και ήπειρο. Η μητέρα μου φυσικά διαφώνησε έντονα με την απόφασή μου. Στη μητέρα μου, ούτως ή άλλως, ποτέ δεν άρεσε η επαγγελματική μου ενασχόληση με τη μουσική. Δεν την κατάλαβε ποτέ. Οταν ξεκίνησα να κάνω συναυλίες, μόνο τότε αντιλήφθηκε τι κάνω. Οταν είδε ανθρώπους να με χειροκροτούν… Αλλά εγώ τότε προχωρούσα στην επανάσταση που δεν είχα κάνει στα 16. Βέβαια, ο Θοδωρής ήταν εκείνος που μου ενέπνευσε την ιδέα να σπουδάσω Μουσική στο Julliard και εκείνος ουσιαστικά με σπούδασε. Θα πήγαινα στο Χάρβαρντ της μουσικής. Το 1995 αποχαιρετώ την Ελλάδα, παίρνω τις κασέτες μου και μένουμε με τον Θοδωρή στη Νέα Υόρκη».



Η δύσκολη προσαρμογή

«Ο Θοδωρής κι εγώ εγκατασταθήκαμε σε ένα όμορφο διαμέρισμα στον 83ο δρόμο, μεταξύ της Park και της Madison Avenue στο Μανχάταν. Μαζί μας είχαμε πάρει και τα δύο σκυλάκια μας, τον Μπόμπο και την Κάρμεν, δύο υπέροχα chow chow. Το πρώτο πράγμα που μπήκε στο σπίτι φυσικά ήταν το πιάνο. Πρώτα πήραμε πιάνο και μετά κρεβάτι. Αργησε πολύ, για να είμαι ειλικρινής, να έρθει το κρεβάτι. Είχα μόνο το πιάνο και ένα στρώμα. Θυμάμαι, τα πρώτα Χριστούγεννα στη Νέα Υόρκη ήταν πολύ καταθλιπτικά. Το σπίτι δεν είχε ακόμη έπιπλα, το χριστουγεννιάτικο δέντρο δεν είχε βάση, το στήριζα σε δύο ντενεκέδες με μπογιά, γιατί βάφαμε ακόμη τους τοίχους και το διαμέρισμα ήταν γενικά πολύ κρύο. Σκεφτόμουν ότι άφησα τη θαλπωρή της μαμάς μου, ήρθα στην άλλη άκρη, να κάνω κάτι που με είχε συμβουλεύσει να μην το κάνω και είμαι με ένα δέντρο χωρίς βάση, με ένα στρώμα δίχως κρεβάτι και πολύ κρύο. Από την άλλη δεν είχα φίλους και δεν επεδίωκα να γνωρίσω φίλους. Ηταν και το ότι με τον άντρα μου είχαμε μια σεβαστή διαφορά ηλικίας, με αποτέλεσμα και οι γνωστοί του, οι παρέες του, να είναι άνθρωποι αρκετά μεγαλύτεροι. Είχα συνηθίσει να μιλάμε για τέχνη, για Ιστορία, για μουσεία, για πολιτισμό, να πηγαίνουμε για κάνα φαγητό - δεν επεδίωκα να κάνω στενή παρέα.  Θυμάμαι τότε είχα επηρεαστεί και στυλιστικά. Εκανα κότσους, βαφόμουν έντονα, φορούσα γυαλιά, ταγέρ, κοστούμια, άφηνα τον εαυτό μου να φαίνεται αρκετά μεγαλύτερη, ώστε να μειώσω την ηλικιακή διαφορά με τον σύζυγό μου και την παρέα μας. Πολύ σύντομα όμως ήρθαν τα παιδιά, ο Αλέξανδρος το 1996 και η Θεοδώρα το 1998 και όλα μπήκαν σε έναν ρυθμό».

Διάβασμα και νανούρισμα

 «Το Julliard, θυμάμαι, ήταν πολύ άσχημο κτίριο εξωτερικά. Περίμενα να δω κάτι πιο εντυπωσιακό. Ηταν όλο πολύ μονότονο. Στην αρχή με έβαλαν να παρακολουθήσω κάποια ειδικά μαθήματα, γιατί το επίπεδό μου δεν ήταν αρκετά υψηλό. Βρισκόμουν υπό δοκιμή. Αν θα ήθελα να συνεχίσω, θα έπρεπε να πάρω υψηλούς βαθμούς σε όλα τα μαθήματα που εκείνοι θα μου υποδείκνυαν. Μου φάνηκε παράξενο, αλλά το έκανα. Ηταν από τα πρώτα στοιχήματα που έβαλα στη ζωή μου - και από τα πρώτα που κέρδισα. Εξι μήνες μετά είχα κατακτήσει το δικαίωμα να φοιτήσω στο Julliard. Στην αρχή επέλεξα τη Σύνθεση, στην πορεία όμως ως ανάγκη προέκυψαν η Ενορχήστρωση και η Διεύθυνση Ορχήστρας. Φοιτητική ζωή πάντως δεν έκανα στη Νέα Υόρκη. Οι μόνες μου ασχολίες ήταν διάβασμα και νανούρισμα με το καρότσι».

Από τις εφηβικές κασέτες στη Φιλαρμονική της Νέας Υόρκης

«Στο β’ εξάμηνο μας είχαν βάλει εργασία να γράψουμε ένα έργο για πλήρη συμφωνική ορχήστρα. Εκανα λοιπόν και εγώ την προσπάθειά μου, η οποία ήταν ό,τι χειρότερο είχα ακούσει ποτέ. Πήγα σπίτι το κομμάτι, το άκουσε ο άντρας μου και μου είπε: ‘‘Νομίζω πως πρέπει να σταματήσεις τις σπουδές σου, γιατί χωρίς να σπουδάζεις γράφεις καλύτερη μουσική’’. Ηταν μια απότομη προσγείωση. Τότε αποφάσισα να ξεκινήσω μαθήματα Διεύθυνσης Ορχήστρας, για να μπορώ να καταλαβαίνω το πώς θα αποδώσει ο εκάστοτε μαέστρος το έργο μου. Ουδέποτε σκέφτηκα πως θα ανέβω εγώ στο πόντιουμ. Τότε γνώρισα τον καθηγητή μου, τον δημοφιλή και βραβευμένο με Οσκαρ Vincent la Selva. Κάποια στιγμή εκείνος με έπιασε και μου είπε: ‘‘Ξέρω ότι σπουδάζεις Σύνθεση, αλλά θέλω να σκεφτείς πολύ σοβαρά να αρχίσεις να διευθύνεις εσύ μια ορχήστρα,  γιατί έχεις πάρα πολύ καλή επαφή με τους μουσικούς’’.



Εκεί κατάλαβα πως ήταν γραφτό μου να γίνω μουσικός. Οχι γιατί το ήθελα εγώ, αλλά γιατί το έβλεπαν άνθρωποι καταξιωμένοι στον χώρο. Φεύγοντας από τη Νέα Υόρκη, το 1999, θα ηχογραφήσω ένα μέρος της μουσικής μου, με 19 μουσικούς από τη Φιλαρμονική της Νέας Υόρκης. Ήταν ένα demo cd, ηχογραφημένο σε ένα υπόγειο στούντιο. Μουσική δική μου παιγμένη από τη Φιλαρμονική της Νέας Υόρκης, την οποία διηύθυνα εγώ. Πήρα το cd και το ακούσαμε μαζί με τον Θόδωρο. Το βρήκε εξαιρετικό. Είχε συγκινηθεί πολύ. Εκείνο το demo που κρατούσα στα χέρια ήταν όλος μου ο κόσμος. Εφυγα από την Ελλάδα έχοντας τις κασέτες με τα τραγούδια της εφηβείας και γύρισα με ένα cd από τη Φιλαρμονική της Νέας Υόρκης. Καθόλου άσχημα, ε;».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου